Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικινητροδοτώ

/an.di.ci.ni.tɾo.ðoˈto/ρήμα
•
  1. νεολογισμόςδίνω ή θέτω αντικίνητρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικινητροδοτώ < αντι- + κινητροδοτώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντικινητροδοτώαντικινητροδοτείςαντικινητροδοτείαντικινητροδοτούμεαντικινητροδοτείτεαντικινητροδοτούν / αντικινητροδοτούνε
Παρατατικόςαντικινητροδοτούσααντικινητροδοτούσεςαντικινητροδοτούσεαντικινητροδοτούσαμεαντικινητροδοτούσατεαντικινητροδοτούσαν / αντικινητροδοτούσανε
Αόριστοςαντικινητροδότησααντικινητροδότησεςαντικινητροδότησεαντικινητροδοτήσαμεαντικινητροδοτήσατεαντικινητροδοτήσαν / αντικινητροδοτήσανε / αντικινητροδότησαν
Μέλλονταςθα αντικινητροδοτήσω / θα αντικινητροδοτώθα αντικινητροδοτήσεις / θα αντικινητροδοτείςθα αντικινητροδοτήσει / θα αντικινητροδοτείθα αντικινητροδοτήσουμε / θα αντικινητροδοτούμεθα αντικινητροδοτήσετε / θα αντικινητροδοτείτεθα αντικινητροδοτήσουν / θα αντικινητροδοτήσουνε / θα αντικινητροδοτούν / θα αντικινητροδοτούνε
Παρακείμενοςέχω αντικινητροδοτήσειέχεις αντικινητροδοτήσειέχει αντικινητροδοτήσειέχουμε αντικινητροδοτήσειέχετε αντικινητροδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντικινητροδοτήσειείχες αντικινητροδοτήσειείχε αντικινητροδοτήσειείχαμε αντικινητροδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσω / να αντικινητροδοτώνα έχεις αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσεις / να αντικινητροδοτείςνα έχει αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτείνα έχουμε αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσουμε / να αντικινητροδοτούμενα έχετε αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσετε / να αντικινητροδοτείτενα αντικινητροδοτήσουν / να αντικινητροδοτήσουνε / να αντικινητροδοτούν / να αντικινητροδοτούνε
Προστακτική—αντικινητροδότει / αντικινητροδότησε——αντικινητροδοτήστε / αντικινητροδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →