αντικινητροδοτώ
•
- νεολογισμόςδίνω ή θέτω αντικίνητρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικινητροδοτώ < αντι- + κινητροδοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντικινητροδοτώ | αντικινητροδοτείς | αντικινητροδοτεί | αντικινητροδοτούμε | αντικινητροδοτείτε | αντικινητροδοτούν / αντικινητροδοτούνε |
| Παρατατικός | αντικινητροδοτούσα | αντικινητροδοτούσες | αντικινητροδοτούσε | αντικινητροδοτούσαμε | αντικινητροδοτούσατε | αντικινητροδοτούσαν / αντικινητροδοτούσανε |
| Αόριστος | αντικινητροδότησα | αντικινητροδότησες | αντικινητροδότησε | αντικινητροδοτήσαμε | αντικινητροδοτήσατε | αντικινητροδοτήσαν / αντικινητροδοτήσανε / αντικινητροδότησαν |
| Μέλλοντας | θα αντικινητροδοτήσω / θα αντικινητροδοτώ | θα αντικινητροδοτήσεις / θα αντικινητροδοτείς | θα αντικινητροδοτήσει / θα αντικινητροδοτεί | θα αντικινητροδοτήσουμε / θα αντικινητροδοτούμε | θα αντικινητροδοτήσετε / θα αντικινητροδοτείτε | θα αντικινητροδοτήσουν / θα αντικινητροδοτήσουνε / θα αντικινητροδοτούν / θα αντικινητροδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντικινητροδοτήσει | έχεις αντικινητροδοτήσει | έχει αντικινητροδοτήσει | έχουμε αντικινητροδοτήσει | έχετε αντικινητροδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντικινητροδοτήσει | είχες αντικινητροδοτήσει | είχε αντικινητροδοτήσει | είχαμε αντικινητροδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσω / να αντικινητροδοτώ | να έχεις αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσεις / να αντικινητροδοτείς | να έχει αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτεί | να έχουμε αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσουμε / να αντικινητροδοτούμε | να έχετε αντικινητροδοτήσει / να αντικινητροδοτήσετε / να αντικινητροδοτείτε | να αντικινητροδοτήσουν / να αντικινητροδοτήσουνε / να αντικινητροδοτούν / να αντικινητροδοτούνε |
| Προστακτική | — | αντικινητροδότει / αντικινητροδότησε | — | — | αντικινητροδοτήστε / αντικινητροδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →