κινητροδοτώ
•
- νεολογισμόςδίνω ή θέτω κίνητρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινητροδοτώ < κίνητρο + -ο- + -δοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κινητροδοτώ | κινητροδοτείς | κινητροδοτεί | κινητροδοτούμε | κινητροδοτείτε | κινητροδοτούν / κινητροδοτούνε |
| Παρατατικός | κινητροδοτούσα | κινητροδοτούσες | κινητροδοτούσε | κινητροδοτούσαμε | κινητροδοτούσατε | κινητροδοτούσαν / κινητροδοτούσανε |
| Αόριστος | κινητροδότησα | κινητροδότησες | κινητροδότησε | κινητροδοτήσαμε | κινητροδοτήσατε | κινητροδοτήσαν / κινητροδοτήσανε / κινητροδότησαν |
| Μέλλοντας | θα κινητροδοτήσω / θα κινητροδοτώ | θα κινητροδοτήσεις / θα κινητροδοτείς | θα κινητροδοτήσει / θα κινητροδοτεί | θα κινητροδοτήσουμε / θα κινητροδοτούμε | θα κινητροδοτήσετε / θα κινητροδοτείτε | θα κινητροδοτήσουν / θα κινητροδοτήσουνε / θα κινητροδοτούν / θα κινητροδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω κινητροδοτήσει | έχεις κινητροδοτήσει | έχει κινητροδοτήσει | έχουμε κινητροδοτήσει | έχετε κινητροδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κινητροδοτήσει | είχες κινητροδοτήσει | είχε κινητροδοτήσει | είχαμε κινητροδοτήσει | είχατε κινητροδοτήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσω / να κινητροδοτώ | να έχεις κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσεις / να κινητροδοτείς | να έχει κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσει / να κινητροδοτεί | να έχουμε κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσουμε / να κινητροδοτούμε | να έχετε κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσετε / να κινητροδοτείτε | να κινητροδοτήσουν / να κινητροδοτήσουνε / να κινητροδοτούν / να κινητροδοτούνε |
| Προστακτική | — | κινητροδότησε | — | — | κινητροδοτήστε / κινητροδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →