Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινητροδοτώ

/ci.ni.tɾo.ðoˈto/ρήμα
•
  1. νεολογισμόςδίνω ή θέτω κίνητρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινητροδοτώ < κίνητρο + -ο- + -δοτώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκινητροδοτώκινητροδοτείςκινητροδοτείκινητροδοτούμεκινητροδοτείτεκινητροδοτούν / κινητροδοτούνε
Παρατατικόςκινητροδοτούσακινητροδοτούσεςκινητροδοτούσεκινητροδοτούσαμεκινητροδοτούσατεκινητροδοτούσαν / κινητροδοτούσανε
Αόριστοςκινητροδότησακινητροδότησεςκινητροδότησεκινητροδοτήσαμεκινητροδοτήσατεκινητροδοτήσαν / κινητροδοτήσανε / κινητροδότησαν
Μέλλονταςθα κινητροδοτήσω / θα κινητροδοτώθα κινητροδοτήσεις / θα κινητροδοτείςθα κινητροδοτήσει / θα κινητροδοτείθα κινητροδοτήσουμε / θα κινητροδοτούμεθα κινητροδοτήσετε / θα κινητροδοτείτεθα κινητροδοτήσουν / θα κινητροδοτήσουνε / θα κινητροδοτούν / θα κινητροδοτούνε
Παρακείμενοςέχω κινητροδοτήσειέχεις κινητροδοτήσειέχει κινητροδοτήσειέχουμε κινητροδοτήσειέχετε κινητροδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κινητροδοτήσειείχες κινητροδοτήσειείχε κινητροδοτήσειείχαμε κινητροδοτήσειείχατε κινητροδοτήσει—
Υποτακτικήνα έχω κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσω / να κινητροδοτώνα έχεις κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσεις / να κινητροδοτείςνα έχει κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσει / να κινητροδοτείνα έχουμε κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσουμε / να κινητροδοτούμενα έχετε κινητροδοτήσει / να κινητροδοτήσετε / να κινητροδοτείτενα κινητροδοτήσουν / να κινητροδοτήσουνε / να κινητροδοτούν / να κινητροδοτούνε
Προστακτική—κινητροδότησε——κινητροδοτήστε / κινητροδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →