Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικομμουνισμός

/an.di.ko.mu.niˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήστάση και πρακτική ενάντια στον κομμουνισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικομμουνισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική anticommunisme. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + κομμουνισμός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντικομμουνισμόςαντικομμουνισμοί
Γενικήαντικομμουνισμούαντικομμουνισμών
Αιτιατικήαντικομμουνισμόαντικομμουνισμούς
Κλητικήαντικομμουνισμέαντικομμουνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →