αντικομμουνιστής
•
- πολιτικήπου είναι ενάντιος στον κομμουνισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικομμουνιστής < (λόγιο δάνειο) γαλλική anticommuniste. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + κομμουνιστής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικομμουνιστής | αντικομμουνιστές |
| Γενική | αντικομμουνιστή | αντικομμουνιστών |
| Αιτιατική | αντικομμουνιστή | αντικομμουνιστές |
| Κλητική | αντικομμουνιστή | αντικομμουνιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →