αντικρούω
•
- αποκρούω, απωθώ Βικιλεξικό
- αντιμετωπίζω, ανασκευάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικρούω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντικρούω. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + κρούω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντικρούω | αντικρούεις | αντικρούει | αντικρούουμε | αντικρούετε | αντικρούουν / αντικρούουνε |
| Παρατατικός | αντέκρουα | αντέκρουες | αντέκρουε | αντικρούαμε | αντικρούατε | αντέκρουαν / αντικρούαν / αντικρούανε |
| Αόριστος | αντέκρουσα | αντέκρουσες | αντέκρουσε | αντικρούσαμε | αντικρούσατε | αντέκρουσαν / αντικρούσαν / αντικρούσανε |
| Μέλλοντας | θα αντικρούσω / θα αντικρούω | θα αντικρούεις / θα αντικρούσεις | θα αντικρούει / θα αντικρούσει | θα αντικρούουμε / θα αντικρούσουμε | θα αντικρούετε / θα αντικρούσετε | θα αντικρούουν / θα αντικρούουνε / θα αντικρούσουν / θα αντικρούσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντικρούσει | έχεις αντικρούσει | έχει αντικρούσει | έχουμε αντικρούσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντικρούσει | είχες αντικρούσει | είχε αντικρούσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντικρούσει / να αντικρούσω / να αντικρούω | να έχεις αντικρούσει / να αντικρούεις / να αντικρούσεις | να έχει αντικρούσει / να αντικρούει / να αντικρούσει | να έχουμε αντικρούσει / να αντικρούουμε / να αντικρούσουμε | να αντικρούετε / να αντικρούσετε | να αντικρούουν / να αντικρούουνε / να αντικρούσουν / να αντικρούσουνε |
| Προστακτική | — | αντίκρουε / αντίκρουσε | — | — | αντικρούετε / αντικρούστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →