Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικυκλωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μετεωρολογίαπου έχει σχέση με τη αντικυκλώνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικυκλωνικός < αντικυκλώνας + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικυκλωνικόςαντικυκλωνικήαντικυκλωνικό
Γενικήαντικυκλωνικούαντικυκλωνικήςαντικυκλωνικού
Αιτιατικήαντικυκλωνικόαντικυκλωνικήαντικυκλωνικό
Κλητικήαντικυκλωνικέαντικυκλωνικήαντικυκλωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικυκλωνικοίαντικυκλωνικέςαντικυκλωνικά
Γενικήαντικυκλωνικώναντικυκλωνικώναντικυκλωνικών
Αιτιατικήαντικυκλωνικούςαντικυκλωνικέςαντικυκλωνικά
Κλητικήαντικυκλωνικοίαντικυκλωνικέςαντικυκλωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →