αντιλαλώ
•
- ακούγομαι δυνατά και μακριά (για ήχο) Βικιλεξικό
- είμαι γεμάτος από ήχους που ακούγονται δυνατά και έχουν διάρκεια (για χώρο) Βικιλεξικό
- αναπαράγω ήχο που ακούγεται δυνατά και μακριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιλαλώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀντιλαλῶ < ἀντί + αρχαία ελληνική λαλέω / λαλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιλαλώ | αντιλάλει / αντιλαλείς | αντιλαλεί | αντιλαλούμε | αντιλαλείτε | αντιλαλούν |
| Παρατατικός | αντιλαλούσα | αντιλαλούσες | αντιλαλούσε | αντιλαλούσαμε | αντιλαλούσατε | αντιλαλούσαν |
| Αόριστος | αντιλάλησα / αντιλαλήσω | αντιλάλησε / αντιλάλησες / αντιλαλήσεις | αντιλάλησε / αντιλαλήσει | αντιλαλήσαμε / αντιλαλήσουμε | αντιλαλήσατε / αντιλαλήσετε / αντιλαλήστε | αντιλάλησαν / αντιλαλήσουν |
| Μέλλοντας | θα αντιλαλήσω / θα αντιλαλώ | θα αντιλαλήσεις / θα αντιλαλείς | θα αντιλαλήσει / θα αντιλαλεί | θα αντιλαλήσουμε / θα αντιλαλούμε | θα αντιλαλήσετε / θα αντιλαλείτε | θα αντιλαλήσουν / θα αντιλαλούν |
| Παρακείμενος | έχω αντιλαλήσει | έχεις αντιλαλήσει | έχει αντιλαλήσει | έχουμε αντιλαλήσει | έχετε αντιλαλήσει | έχουν αντιλαλήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιλαλήσει | είχες αντιλαλήσει | είχε αντιλαλήσει | είχαμε αντιλαλήσει | είχατε αντιλαλήσει | είχαν αντιλαλήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →