αντιμετάθεση
•
- λόγιοαλλαγή θέσης με αμοιβαίο τρόπο Βικιλεξικό
- γραμματικήαμοιβαία αλλαγή θέσης δύο διαδοχικών φθόγγων ή συλλαβών Βικιλεξικό
- γραμματικήαντιμετάθεση χρόνου: η αντιμεταχώρηση Βικιλεξικό
- μαθηματικάη σταθερότητα του αποτελέσματος όταν αλλάζει η σειρά των όρων, όπως στην πρόσθεση στον πολλαπλασιαμό Βικιλεξικό
- παράδειγμα: 3+4 = 4+3 = 7
Ετυμολογία
αντιμετάθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντιμετάθεσις < ἀντί + αρχαία ελληνική μετάθεσις (αντι- + μετάθεση) < μετατίθημι < τίθημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιμετάθεση | αντιμεταθέσεις |
| Γενική | αντιμετάθεσης | αντιμεταθέσεων |
| Αιτιατική | αντιμετάθεση | αντιμεταθέσεις |
| Κλητική | αντιμετάθεση | αντιμεταθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →