αντιμεταθέτω
•
- αλλάζω τη θέση δύο πραγμάτων, βάζοντας το πρώτο στη θέση του δεύτερου και το δεύτερο στη θέση του πρώτου Βικιλεξικό
- αντιμεταθέτουμε αυτές τις δύο στήλες του πίνακα...
Ετυμολογία
αντιμεταθέτω < λόγιο αντιμετατίθημι < ελληνιστική κοινή ἀντιμετατίθεμαι ("αντικαθίσταμαι"). Αναλύεται < αντι- + μετα- + τίθημι
Άλλοι τύποι
αντιμετατίθεμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →