Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμεταρρυθμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντιμεταρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμεταρρυθμιστικός < αντιμεταρρύθμιση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμεταρρυθμιστικόςαντιμεταρρυθμιστικήαντιμεταρρυθμιστικό
Γενικήαντιμεταρρυθμιστικούαντιμεταρρυθμιστικήςαντιμεταρρυθμιστικού
Αιτιατικήαντιμεταρρυθμιστικόαντιμεταρρυθμιστικήαντιμεταρρυθμιστικό
Κλητικήαντιμεταρρυθμιστικέαντιμεταρρυθμιστικήαντιμεταρρυθμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμεταρρυθμιστικοίαντιμεταρρυθμιστικέςαντιμεταρρυθμιστικά
Γενικήαντιμεταρρυθμιστικώναντιμεταρρυθμιστικώναντιμεταρρυθμιστικών
Αιτιατικήαντιμεταρρυθμιστικούςαντιμεταρρυθμιστικέςαντιμεταρρυθμιστικά
Κλητικήαντιμεταρρυθμιστικοίαντιμεταρρυθμιστικέςαντιμεταρρυθμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →