αντιμεταρρυθμιστικός
•
- που έχει σχέση με την αντιμεταρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιμεταρρυθμιστικός < αντιμεταρρύθμιση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιμεταρρυθμιστικός | αντιμεταρρυθμιστική | αντιμεταρρυθμιστικό |
| Γενική | αντιμεταρρυθμιστικού | αντιμεταρρυθμιστικής | αντιμεταρρυθμιστικού |
| Αιτιατική | αντιμεταρρυθμιστικό | αντιμεταρρυθμιστική | αντιμεταρρυθμιστικό |
| Κλητική | αντιμεταρρυθμιστικέ | αντιμεταρρυθμιστική | αντιμεταρρυθμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιμεταρρυθμιστικοί | αντιμεταρρυθμιστικές | αντιμεταρρυθμιστικά |
| Γενική | αντιμεταρρυθμιστικών | αντιμεταρρυθμιστικών | αντιμεταρρυθμιστικών |
| Αιτιατική | αντιμεταρρυθμιστικούς | αντιμεταρρυθμιστικές | αντιμεταρρυθμιστικά |
| Κλητική | αντιμεταρρυθμιστικοί | αντιμεταρρυθμιστικές | αντιμεταρρυθμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →