Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταρρυθμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μεταρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταρρυθμιστικός < μεταρρυθμιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταρρυθμιστικόςμεταρρυθμιστικήμεταρρυθμιστικό
Γενικήμεταρρυθμιστικούμεταρρυθμιστικήςμεταρρυθμιστικού
Αιτιατικήμεταρρυθμιστικόμεταρρυθμιστικήμεταρρυθμιστικό
Κλητικήμεταρρυθμιστικέμεταρρυθμιστικήμεταρρυθμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταρρυθμιστικοίμεταρρυθμιστικέςμεταρρυθμιστικά
Γενικήμεταρρυθμιστικώνμεταρρυθμιστικώνμεταρρυθμιστικών
Αιτιατικήμεταρρυθμιστικούςμεταρρυθμιστικέςμεταρρυθμιστικά
Κλητικήμεταρρυθμιστικοίμεταρρυθμιστικέςμεταρρυθμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →