μεταρρυθμιστικός
•
- που έχει σχέση με τη μεταρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταρρυθμιστικός < μεταρρυθμιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταρρυθμιστικός | μεταρρυθμιστική | μεταρρυθμιστικό |
| Γενική | μεταρρυθμιστικού | μεταρρυθμιστικής | μεταρρυθμιστικού |
| Αιτιατική | μεταρρυθμιστικό | μεταρρυθμιστική | μεταρρυθμιστικό |
| Κλητική | μεταρρυθμιστικέ | μεταρρυθμιστική | μεταρρυθμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταρρυθμιστικοί | μεταρρυθμιστικές | μεταρρυθμιστικά |
| Γενική | μεταρρυθμιστικών | μεταρρυθμιστικών | μεταρρυθμιστικών |
| Αιτιατική | μεταρρυθμιστικούς | μεταρρυθμιστικές | μεταρρυθμιστικά |
| Κλητική | μεταρρυθμιστικοί | μεταρρυθμιστικές | μεταρρυθμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →