αντιμιλώ
•
- απαντώ ή εκφράζω αντίρρηση σε κάποιον που μιλά, συχνά ως αντίδραση ή διάλογο Βικιλεξικό
- φέρνω αντιρρήσεις με αυθάδη τρόπο, αυθαδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιμιλώ < μεσαιωνική ελληνική αντιμιλώ < αρχαία ελληνική ἀντί + ὁμιλέω / ὁμιλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιμιλάω / αντιμιλώ | αντιμιλάς | αντιμιλά / αντιμιλάει | αντιμιλάμε / αντιμιλούμε | αντιμιλάτε | αντιμιλάν / αντιμιλάνε / αντιμιλούν / αντιμιλούνε |
| Παρατατικός | αντιμιλούσα | αντιμιλούσες | αντιμιλούσε | αντιμιλούσαμε | αντιμιλούσατε | αντιμιλούσαν / αντιμιλούσανε |
| Αόριστος | αντιμίλησα | αντιμίλησες | αντιμίλησε | αντιμιλήσαμε | αντιμιλήσατε | αντιμίλησαν / αντιμιλήσαν / αντιμιλήσανε |
| Μέλλοντας | θα αντιμιλάω / θα αντιμιλήσω / θα αντιμιλώ | θα αντιμιλάς / θα αντιμιλήσεις | θα αντιμιλά / θα αντιμιλάει / θα αντιμιλήσει | θα αντιμιλάμε / θα αντιμιλήσουμε / θα αντιμιλούμε | θα αντιμιλάτε / θα αντιμιλήσετε | θα αντιμιλάν / θα αντιμιλάνε / θα αντιμιλήσουν / θα αντιμιλήσουνε / θα αντιμιλούν / θα αντιμιλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιμιλήσει | έχεις αντιμιλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιμιλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιμιλήσει / να αντιμιλάω / να αντιμιλήσω / να αντιμιλώ | να έχεις αντιμιλήσει / να αντιμιλάς / να αντιμιλήσεις | να αντιμιλά / να αντιμιλάει / να αντιμιλήσει | να αντιμιλάμε / να αντιμιλήσουμε / να αντιμιλούμε | να αντιμιλάτε / να αντιμιλήσετε | να αντιμιλάν / να αντιμιλάνε / να αντιμιλήσουν / να αντιμιλήσουνε / να αντιμιλούν / να αντιμιλούνε |
| Προστακτική | — | αντιμίλα / αντιμίλαγε / αντιμίλησε | — | — | αντιμιλάτε / αντιμιλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →