Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμιλώ

ρήμα
•
  1. απαντώ ή εκφράζω αντίρρηση σε κάποιον που μιλά, συχνά ως αντίδραση ή διάλογο Βικιλεξικό
  2. φέρνω αντιρρήσεις με αυθάδη τρόπο, αυθαδιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμιλώ < μεσαιωνική ελληνική αντιμιλώ < αρχαία ελληνική ἀντί + ὁμιλέω / ὁμιλῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντιμιλάω / αντιμιλώαντιμιλάςαντιμιλά / αντιμιλάειαντιμιλάμε / αντιμιλούμεαντιμιλάτεαντιμιλάν / αντιμιλάνε / αντιμιλούν / αντιμιλούνε
Παρατατικόςαντιμιλούσααντιμιλούσεςαντιμιλούσεαντιμιλούσαμεαντιμιλούσατεαντιμιλούσαν / αντιμιλούσανε
Αόριστοςαντιμίλησααντιμίλησεςαντιμίλησεαντιμιλήσαμεαντιμιλήσατεαντιμίλησαν / αντιμιλήσαν / αντιμιλήσανε
Μέλλονταςθα αντιμιλάω / θα αντιμιλήσω / θα αντιμιλώθα αντιμιλάς / θα αντιμιλήσειςθα αντιμιλά / θα αντιμιλάει / θα αντιμιλήσειθα αντιμιλάμε / θα αντιμιλήσουμε / θα αντιμιλούμεθα αντιμιλάτε / θα αντιμιλήσετεθα αντιμιλάν / θα αντιμιλάνε / θα αντιμιλήσουν / θα αντιμιλήσουνε / θα αντιμιλούν / θα αντιμιλούνε
Παρακείμενοςέχω αντιμιλήσειέχεις αντιμιλήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα αντιμιλήσει—————
Υποτακτικήνα έχω αντιμιλήσει / να αντιμιλάω / να αντιμιλήσω / να αντιμιλώνα έχεις αντιμιλήσει / να αντιμιλάς / να αντιμιλήσειςνα αντιμιλά / να αντιμιλάει / να αντιμιλήσεινα αντιμιλάμε / να αντιμιλήσουμε / να αντιμιλούμενα αντιμιλάτε / να αντιμιλήσετενα αντιμιλάν / να αντιμιλάνε / να αντιμιλήσουν / να αντιμιλήσουνε / να αντιμιλούν / να αντιμιλούνε
Προστακτική—αντιμίλα / αντιμίλαγε / αντιμίλησε——αντιμιλάτε / αντιμιλήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →