Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμνημόνιο

/an.di.mniˈmo.ni.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολιτικήεπικριτική στάση απέναντι στους όρους του μνημονίου ή άρνηση εφαρμογής του Βικιλεξικό
    • Ανάγκες συμβολισμών, μα κυρίως νομίζω δημαγωγικές ευκολίες, ρητορική του εντυπωσιασμού, επέβαλαν τα τελευταία πέντε χρόνια στην ελληνική πολιτική σκηνή τον πιο ψευδεπίγραφο, τον πιο άγονο διχασμό: μνημόνιο – αντιμνημόνιο και τα δεκάδες παράγωγα διλήμματα.

Ετυμολογία

αντιμνημόνιο < αντι- + μνημόνιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιμνημόνιοαντιμνημόνια
Γενικήαντιμνημονίου / αντιμνημόνιουαντιμνημονίων
Αιτιατικήαντιμνημόνιοαντιμνημόνια
Κλητικήαντιμνημόνιοαντιμνημόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →