Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμνημονιακός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άτομο το οποίο έχει απόψεις οι οποίες αντιτίθενται στο μνημόνιο Βικιλεξικό
    • Οι μνημονιακοί, ετερόκλητοι σύμμαχοι που προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τις συμφωνίες που υπέγραφε η χώρα με τους δανειστές και οι αντιμνημονιακοί, αυτό κι αν ήταν άθροισμα, από τη Χρυσή Αυγή ώς το ΚΚΕ. Αυτό το μπλοκ απέδιδε όλα τα δεινά της Ελλάδας, όχι στη χρεοκοπία της, όχι στα δίδυμα θανατηφόρα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και το τρεχουσών συναλλαγών, αλλά στα προγράμματα σωτηρίας.

Ετυμολογία

αντιμνημονιακός < αντιμνημόν(ιο) + -ακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιμνημονιακόςαντιμνημονιακοί
Γενικήαντιμνημονιακούαντιμνημονιακών
Αιτιατικήαντιμνημονιακόαντιμνημονιακούς
Κλητικήαντιμνημονιακέαντιμνημονιακοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αντιμνημονιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι αντίθετος με (κάποιο) μνημόνιο Βικιλεξικό
    • αντιμνημονιακός αγώνας, αντιμνημονιακή πορεία
  2. ουσιαστικοποιημένοαντίθετος/αρνητής των πολιτικών που επιβλήθηκαν στην (ή άσκησε η) Ελλάδα από το 2010 κ.ε. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμνημονιακός < αντιμνημόν(ιο) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμνημονιακόςαντιμνημονιακήαντιμνημονιακό
Γενικήαντιμνημονιακούαντιμνημονιακήςαντιμνημονιακού
Αιτιατικήαντιμνημονιακόαντιμνημονιακήαντιμνημονιακό
Κλητικήαντιμνημονιακέαντιμνημονιακήαντιμνημονιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμνημονιακοίαντιμνημονιακέςαντιμνημονιακά
Γενικήαντιμνημονιακώναντιμνημονιακώναντιμνημονιακών
Αιτιατικήαντιμνημονιακούςαντιμνημονιακέςαντιμνημονιακά
Κλητικήαντιμνημονιακοίαντιμνημονιακέςαντιμνημονιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →