αντιοικονομικός
•
- που βλάπτει την οικονομία ή δεν κάνει οικονομία, δεν συμφέρει από οικονομικής απόψεως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιοικονομικός < αντι- + οικονομικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική uneconomic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιοικονομικός | αντιοικονομική | αντιοικονομικό |
| Γενική | αντιοικονομικού | αντιοικονομικής | αντιοικονομικού |
| Αιτιατική | αντιοικονομικό | αντιοικονομική | αντιοικονομικό |
| Κλητική | αντιοικονομικέ | αντιοικονομική | αντιοικονομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιοικονομικοί | αντιοικονομικές | αντιοικονομικά |
| Γενική | αντιοικονομικών | αντιοικονομικών | αντιοικονομικών |
| Αιτιατική | αντιοικονομικούς | αντιοικονομικές | αντιοικονομικά |
| Κλητική | αντιοικονομικοί | αντιοικονομικές | αντιοικονομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →