Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιοικονομικός

/an.di.i.ko.no.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βλάπτει την οικονομία ή δεν κάνει οικονομία, δεν συμφέρει από οικονομικής απόψεως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιοικονομικός < αντι- + οικονομικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική uneconomic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιοικονομικόςαντιοικονομικήαντιοικονομικό
Γενικήαντιοικονομικούαντιοικονομικήςαντιοικονομικού
Αιτιατικήαντιοικονομικόαντιοικονομικήαντιοικονομικό
Κλητικήαντιοικονομικέαντιοικονομικήαντιοικονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιοικονομικοίαντιοικονομικέςαντιοικονομικά
Γενικήαντιοικονομικώναντιοικονομικώναντιοικονομικών
Αιτιατικήαντιοικονομικούςαντιοικονομικέςαντιοικονομικά
Κλητικήαντιοικονομικοίαντιοικονομικέςαντιοικονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →