οικονομία
•
- η τέχνη της διαχείρισης των εσόδων και εξόδων ενός σπιτιού, ενός ιδιώτη ή ενός κράτους Βικιλεξικό
- επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα που αφορούν την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση Βικιλεξικό
- διοικητικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις ενός ή πολλών φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων που σχετίζονται με την παραγωγή και τη διάθεση αγαθών, την ορθή διαχείριση και εξοικονόμηση πόρων Βικιλεξικό
- η αποφυγή της σπατάλης Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόοι οικονομίες: τα χρήματα που έχει αποταμιεύσει κάποιος Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαη συνοχή μεταξύ των τμημάτων ενός έργου, η πρόνοια που λαμβάνει ο συγγραφέας ώστε το έργο να είναι ισορροπημένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικονομία < αρχαία ελληνική οἰκονομία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικονομία | οικονομίες |
| Γενική | οικονομίας | οικονομιών |
| Αιτιατική | οικονομία | οικονομίες |
| Κλητική | οικονομία | οικονομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →