αντιπαρέρχομαι
•
- περνώ δίπλα από κάποιον που διέρχεται στην αντίθετη κατεύθυνση από μένα Βικιλεξικό
- προσπερνώ κάτι δίχως να το εξετάσω Βικιλεξικό
- δεν ενδιαφέρομαι για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπαρέρχομαι < αντί + παρά + έρχομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →