Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιαφορώ

ρήμα
•
  1. δεν ενδιαφέρομαι για κάτι, δεν με νοιάζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιαφορώ < ελληνιστική κοινή ἀδιαφορῶ < ἀ- (α-) + διά (δια-) + φορ- φέρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαδιαφορώαδιαφορείςαδιαφορείαδιαφορούμεαδιαφορείτεαδιαφορούν / αδιαφορούνε
Παρατατικόςαδιαφορούσααδιαφορούσεςαδιαφορούσεαδιαφορούσαμεαδιαφορούσατεαδιαφορούσαν / αδιαφορούσανε
Αόριστοςαδιαφόρησααδιαφόρησεςαδιαφόρησεαδιαφορήσαμεαδιαφορήσατεαδιαφορήσαν / αδιαφορήσανε / αδιαφόρησαν
Μέλλονταςθα αδιαφορήσω / θα αδιαφορώθα αδιαφορήσεις / θα αδιαφορείςθα αδιαφορήσει / θα αδιαφορείθα αδιαφορήσουμε / θα αδιαφορούμεθα αδιαφορήσετε / θα αδιαφορείτεθα αδιαφορήσουν / θα αδιαφορήσουνε / θα αδιαφορούν / θα αδιαφορούνε
Παρακείμενοςέχω αδιαφορήσειέχεις αδιαφορήσειέχει αδιαφορήσειέχουμε αδιαφορήσειέχετε αδιαφορήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αδιαφορήσειείχες αδιαφορήσειείχε αδιαφορήσειείχαμε αδιαφορήσει——
Υποτακτικήνα έχω αδιαφορήσει / να αδιαφορήσω / να αδιαφορώνα έχεις αδιαφορήσει / να αδιαφορήσεις / να αδιαφορείςνα έχει αδιαφορήσει / να αδιαφορήσει / να αδιαφορείνα έχουμε αδιαφορήσει / να αδιαφορήσουμε / να αδιαφορούμενα έχετε αδιαφορήσει / να αδιαφορήσετε / να αδιαφορείτενα αδιαφορήσουν / να αδιαφορήσουνε / να αδιαφορούν / να αδιαφορούνε
Προστακτική—αδιαφόρει / αδιαφόρησε——αδιαφορήστε / αδιαφορείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →