αδιαφορώ
•
- δεν ενδιαφέρομαι για κάτι, δεν με νοιάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαφορώ < ελληνιστική κοινή ἀδιαφορῶ < ἀ- (α-) + διά (δια-) + φορ- φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδιαφορώ | αδιαφορείς | αδιαφορεί | αδιαφορούμε | αδιαφορείτε | αδιαφορούν / αδιαφορούνε |
| Παρατατικός | αδιαφορούσα | αδιαφορούσες | αδιαφορούσε | αδιαφορούσαμε | αδιαφορούσατε | αδιαφορούσαν / αδιαφορούσανε |
| Αόριστος | αδιαφόρησα | αδιαφόρησες | αδιαφόρησε | αδιαφορήσαμε | αδιαφορήσατε | αδιαφορήσαν / αδιαφορήσανε / αδιαφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα αδιαφορήσω / θα αδιαφορώ | θα αδιαφορήσεις / θα αδιαφορείς | θα αδιαφορήσει / θα αδιαφορεί | θα αδιαφορήσουμε / θα αδιαφορούμε | θα αδιαφορήσετε / θα αδιαφορείτε | θα αδιαφορήσουν / θα αδιαφορήσουνε / θα αδιαφορούν / θα αδιαφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω αδιαφορήσει | έχεις αδιαφορήσει | έχει αδιαφορήσει | έχουμε αδιαφορήσει | έχετε αδιαφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδιαφορήσει | είχες αδιαφορήσει | είχε αδιαφορήσει | είχαμε αδιαφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδιαφορήσει / να αδιαφορήσω / να αδιαφορώ | να έχεις αδιαφορήσει / να αδιαφορήσεις / να αδιαφορείς | να έχει αδιαφορήσει / να αδιαφορήσει / να αδιαφορεί | να έχουμε αδιαφορήσει / να αδιαφορήσουμε / να αδιαφορούμε | να έχετε αδιαφορήσει / να αδιαφορήσετε / να αδιαφορείτε | να αδιαφορήσουν / να αδιαφορήσουνε / να αδιαφορούν / να αδιαφορούνε |
| Προστακτική | — | αδιαφόρει / αδιαφόρησε | — | — | αδιαφορήστε / αδιαφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →