Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπαραδοσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ενάντια στην παράδοση ή αντίθετος μ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπαραδοσιακός < αντι- + παραδοσιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπαραδοσιακόςαντιπαραδοσιακήαντιπαραδοσιακό
Γενικήαντιπαραδοσιακούαντιπαραδοσιακήςαντιπαραδοσιακού
Αιτιατικήαντιπαραδοσιακόαντιπαραδοσιακήαντιπαραδοσιακό
Κλητικήαντιπαραδοσιακέαντιπαραδοσιακήαντιπαραδοσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπαραδοσιακοίαντιπαραδοσιακέςαντιπαραδοσιακά
Γενικήαντιπαραδοσιακώναντιπαραδοσιακώναντιπαραδοσιακών
Αιτιατικήαντιπαραδοσιακούςαντιπαραδοσιακέςαντιπαραδοσιακά
Κλητικήαντιπαραδοσιακοίαντιπαραδοσιακέςαντιπαραδοσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →