αντιπαραδοσιακός
•
- που είναι ενάντια στην παράδοση ή αντίθετος μ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπαραδοσιακός < αντι- + παραδοσιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπαραδοσιακός | αντιπαραδοσιακή | αντιπαραδοσιακό |
| Γενική | αντιπαραδοσιακού | αντιπαραδοσιακής | αντιπαραδοσιακού |
| Αιτιατική | αντιπαραδοσιακό | αντιπαραδοσιακή | αντιπαραδοσιακό |
| Κλητική | αντιπαραδοσιακέ | αντιπαραδοσιακή | αντιπαραδοσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπαραδοσιακοί | αντιπαραδοσιακές | αντιπαραδοσιακά |
| Γενική | αντιπαραδοσιακών | αντιπαραδοσιακών | αντιπαραδοσιακών |
| Αιτιατική | αντιπαραδοσιακούς | αντιπαραδοσιακές | αντιπαραδοσιακά |
| Κλητική | αντιπαραδοσιακοί | αντιπαραδοσιακές | αντιπαραδοσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →