Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραδοσιακός

/pa.ɾa.ðo.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παράδοση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που του αρέσει η παράδοση και τηρεί τα ήθη και τα έθιμα Βικιλεξικό
    • είναι παραδοσιακός τύπος, καθόλου μοντέρνος

Ετυμολογία

παραδοσιακός < παράδοσι(ς) + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική traditionnel)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραδοσιακόςπαραδοσιακήπαραδοσιακό
Γενικήπαραδοσιακούπαραδοσιακήςπαραδοσιακού
Αιτιατικήπαραδοσιακόπαραδοσιακήπαραδοσιακό
Κλητικήπαραδοσιακέπαραδοσιακήπαραδοσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραδοσιακοίπαραδοσιακέςπαραδοσιακά
Γενικήπαραδοσιακώνπαραδοσιακώνπαραδοσιακών
Αιτιατικήπαραδοσιακούςπαραδοσιακέςπαραδοσιακά
Κλητικήπαραδοσιακοίπαραδοσιακέςπαραδοσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →