παραδοσιακός
•
- που έχει σχέση με την παράδοση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που του αρέσει η παράδοση και τηρεί τα ήθη και τα έθιμα Βικιλεξικό
- είναι παραδοσιακός τύπος, καθόλου μοντέρνος
Ετυμολογία
παραδοσιακός < παράδοσι(ς) + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική traditionnel)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραδοσιακός | παραδοσιακή | παραδοσιακό |
| Γενική | παραδοσιακού | παραδοσιακής | παραδοσιακού |
| Αιτιατική | παραδοσιακό | παραδοσιακή | παραδοσιακό |
| Κλητική | παραδοσιακέ | παραδοσιακή | παραδοσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραδοσιακοί | παραδοσιακές | παραδοσιακά |
| Γενική | παραδοσιακών | παραδοσιακών | παραδοσιακών |
| Αιτιατική | παραδοσιακούς | παραδοσιακές | παραδοσιακά |
| Κλητική | παραδοσιακοί | παραδοσιακές | παραδοσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →