Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπειρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποσκοπεί στην αποτροπή ή καταστολή τής μη εξουσιοδοτημένης αναπαραγωγής, διανομής ή χρήσης προστατευμένου περιεχομένου Βικιλεξικό
  2. που αφορά την προστασία από επιθέσεις πειρατών ή την καταπολέμηση της πειρατείας στη θάλασσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπειρατικός < αντι- + πειρατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπειρατικόςαντιπειρατικήαντιπειρατικό
Γενικήαντιπειρατικούαντιπειρατικήςαντιπειρατικού
Αιτιατικήαντιπειρατικόαντιπειρατικήαντιπειρατικό
Κλητικήαντιπειρατικέαντιπειρατικήαντιπειρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιπειρατικοίαντιπειρατικέςαντιπειρατικά
Γενικήαντιπειρατικώναντιπειρατικώναντιπειρατικών
Αιτιατικήαντιπειρατικούςαντιπειρατικέςαντιπειρατικά
Κλητικήαντιπειρατικοίαντιπειρατικέςαντιπειρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →