αντιπειρατικός
•
- που αποσκοπεί στην αποτροπή ή καταστολή τής μη εξουσιοδοτημένης αναπαραγωγής, διανομής ή χρήσης προστατευμένου περιεχομένου Βικιλεξικό
- που αφορά την προστασία από επιθέσεις πειρατών ή την καταπολέμηση της πειρατείας στη θάλασσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπειρατικός < αντι- + πειρατικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπειρατικός | αντιπειρατική | αντιπειρατικό |
| Γενική | αντιπειρατικού | αντιπειρατικής | αντιπειρατικού |
| Αιτιατική | αντιπειρατικό | αντιπειρατική | αντιπειρατικό |
| Κλητική | αντιπειρατικέ | αντιπειρατική | αντιπειρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπειρατικοί | αντιπειρατικές | αντιπειρατικά |
| Γενική | αντιπειρατικών | αντιπειρατικών | αντιπειρατικών |
| Αιτιατική | αντιπειρατικούς | αντιπειρατικές | αντιπειρατικά |
| Κλητική | αντιπειρατικοί | αντιπειρατικές | αντιπειρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →