πειρατικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με τους πειρατές ή την πειρατεία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαράνομος, λαθραίος, ευκαιριακός Βικιλεξικό
- πληροφορικήσυνώνυμο του σπασμένος Βικιλεξικό
- Έξι στα δέκα προγράμματα λογισμικού που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές είναι «πειρατικά». (www.tovima.gr, 21.07.2008)
- Σπασμένα ή πειρατικά είναι τα Windows τα οποία έχουμε ενεργοποιήσει παράνομα με κάποιο πρόγραμμα ή κάποια άλλη παράτυπη μέθοδο
Ετυμολογία
πειρατικός < ελληνιστική κοινή πειρατικός < πειρᾱτής < πεῖρα < πρωτοελληνική *peřřa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pér-ih₂ / *pr̥-yéh₂s < *per- (προσπαθώ, ρισκάρω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πειρατικός | πειρατική | πειρατικό |
| Γενική | πειρατικού | πειρατικής | πειρατικού |
| Αιτιατική | πειρατικό | πειρατική | πειρατικό |
| Κλητική | πειρατικέ | πειρατική | πειρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πειρατικοί | πειρατικές | πειρατικά |
| Γενική | πειρατικών | πειρατικών | πειρατικών |
| Αιτιατική | πειρατικούς | πειρατικές | πειρατικά |
| Κλητική | πειρατικοί | πειρατικές | πειρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →