αντιποιούμαι
•
- οικειοποιούμαι κάτι χωρίς να έχω σχετικό νόμιμο δικαίωμα Βικιλεξικό
- για επάγγελμα, άσκησή του από πρόσωπο που δε διαθέτει τα νόμιμα προσόντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιποιούμαι < αρχαία ελληνική ἀντιποιέομαι / ἀντιποιοῦμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →