αντιποίηση
•
- νομικός όροςτο να κάνει κάποιος δικό του κάτι με μη θεμιτό τρόπο, ιδίως το να ασκεί δικαίωμα ή εξουσία που δεν του ανήκει Βικιλεξικό
- αντιποίηση αρχής
Ετυμολογία
αντιποίηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντιποίη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀντιποιέω. Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιποίηση | αντιποιήσεις |
| Γενική | αντιποίησης | αντιποιήσεων |
| Αιτιατική | αντιποίηση | αντιποιήσεις |
| Κλητική | αντιποίηση | αντιποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →