αντιπρυτανεία
•
- το να είναι κάποιος αντιπρύτανης, το αξίωμα του αντιπρύτανη Βικιλεξικό
- η χρονική περίοδος που κάποιος είναι αντιπρύτανης Βικιλεξικό
- το γραφείο που εδρεύει ο αντιπρύτανης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπρυτανεία < αντιπρύταν(ης) + -εία (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Ρrorektorat)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπρυτανεία | αντιπρυτανείες |
| Γενική | αντιπρυτανείας | αντιπρυτανειών |
| Αιτιατική | αντιπρυτανεία | αντιπρυτανείες |
| Κλητική | αντιπρυτανεία | αντιπρυτανείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →