πρύτανης
•
- ιστορίαστην αρχαία Ελλάδα, ανώτατος άρχοντας Βικιλεξικό
- ιστορίαστην αρχαία Αθήνα, καθένας από τους πενήντα βουλευτές της ίδιας φυλής, που διοικούσαν τη βουλή κατά το ένα δέκατο κάθε χρόνου Βικιλεξικό
- εκπαίδευσηκαθηγητής ή καθηγήτρια ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, που εκλέγεται από το Διοικητικό Συμβούλιο για ορισμένη θητεία (ένα, δύο ή τρία χρόνια), ως προϊστάμενος της διοίκησης του ιδρύματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάτιμητική έκφραση για κάποιο ηλικιωμένο αλλά και εξέχον πρόσωπο που θεωρείται ότι έχει κορυφαία προσφορά στον τομέα του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρύτανης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρύταν(ις) + κατάληξη δημοτικής -ης. Για τον πρύτανη ιδρύματος, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Rektor ή από τη γαλλική recteur < λατινικά rector (που κυβερνά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρύτανης | πρυτάνεις |
| Γενική | πρυτάνεως / πρύτανη | πρυτάνεων |
| Αιτιατική | πρύτανη | πρυτάνεις |
| Κλητική | πρύτανη | πρυτάνεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →