αντιπυρά
•
- ο αντεμπρησμός Βικιλεξικό
- Παράξενο στο άκουσμα, στο ευρύ κοινό, αλλά όχι στο πυροσβεστικό γίγνεσθαι, όπου ο λεγόμενος αντεμπρησμός, ή αντιπυρκαγιά, ή αντιπυρά, αποτελεί μια από τις λεγόμενες «έμμεσες ξηρές μεθόδους κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών. Με τη συγκεκριμένη μέθοδο, οι πυροσβέστες βάζουν φωτιά προκαλώντας μέτωπο πυρκαγιάς αντίθετα από τη διεύθυνση του ανέμου, με σκοπό να πλησιάσουν το κύριο μέτωπο της δασικής φωτιάς και να το εξουδετερώσουν. (*)
Ετυμολογία
αντιπυρά < αντι- + πυρά (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contre-feu)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπυρά | αντιπυρές |
| Γενική | αντιπυράς | αντιπυρών |
| Αιτιατική | αντιπυρά | αντιπυρές |
| Κλητική | αντιπυρά | αντιπυρές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →