πυρ
•
- λόγιοφωτιά Βικιλεξικό
- επιφωνηματικάεντολή για πυροβολισμό σε μάχη ή σε εκτέλεση - δείτε πιο κάτω Βικιλεξικό
- βολή πυροβόλου όπλου Βικιλεξικό
- Στην κορφή του βουνού ακουστήκαν πριν από λίγο πυκνά πυρά, ησυχία ύστερα απόλυτη.
- 1966 συγγραφέας: Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι
- πληθυντικόςτα πυρά: Βικιλεξικό
- πληθυντικόςτα πυρά: Βικιλεξικό
- Ο πρωθυπουργός δέχτηκε τα πυρά όλης της αντιπολίτευσης
Ετυμολογία
πυρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πῦρ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →