αντιπύραυλος
•
- στρατιωτικός όροςπύραυλος που συμβάλλει στην εξουδετέρωση των πυραύλων του εχθρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπύραυλος < αντι- + πύραυλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπύραυλος | αντιπύραυλοι |
| Γενική | αντιπυραύλου / αντιπύραυλου | αντιπυραύλων / αντιπύραυλων |
| Αιτιατική | αντιπύραυλο | αντιπυραύλους / αντιπύραυλους |
| Κλητική | αντιπύραυλε | αντιπύραυλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →