αντισήκωμα
•
- παρωχημένοτα χρήματα εξαγοράς μιας υποχρεωτικής υπηρεσίας, π.χ. στράτευσης Βικιλεξικό
- παρωχημένοαντάλλαγμα Βικιλεξικό
- παρωχημένοτίμημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισήκωμα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντισηκόω / ἀντισηκῶ < ἀντι- + σηκόω / σηκῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντισήκωμα | αντισηκώματα |
| Γενική | αντισηκώματος | αντισηκωμάτων |
| Αιτιατική | αντισήκωμα | αντισηκώματα |
| Κλητική | αντισήκωμα | αντισηκώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →