σηκώνω
•
- μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω Βικιλεξικό
- οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν.
- Σήκωσε τους ώμους του αντί να απαντήσει και έφυγε.
- Σήκωσε από κάτω τη μπάλα και την έριξε στο καλάθι.
- Ο πρωταθλητής στην τελική του προσπάθεια σήκωσε 200 κιλά.
- φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι Βικιλεξικό
- Τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται.
- κατ’ επέκτασηαντέχω, ανέχομαι Βικιλεξικό
- Δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια.
- Το τροφοδοτικό δε σήκωνε τους πρόσθετους σκληρούς δίσκους και ο υπολογιστής δε λειτουργούσε καλά.
- παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου Βικιλεξικό
- Θα σηκώσω 500€ από το ATM.
- παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου Βικιλεξικό
- Μπήκαν κλέφτες και μου σήκωσαν όλο το σπίτι.
- οικείοανεγείρω, χτίζω Βικιλεξικό
- Αναρωτιέται κανείς ποιες διεργασίες ψυχής ώθησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού στο να σηκώσουν μια τέτοια μητρόπολη. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- χωράω κι άλλο Βικιλεξικό
- μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σηκώνω < ελληνιστική κοινή σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο) συνηρημένος τύπος του σηκόω + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σηκώνω | σηκώνεις | σηκώνει | σηκώνουμε | σηκώνετε | σηκώνουν / σηκώνουνε |
| Παρατατικός | σήκωνα | σήκωνες | σήκωνε | σηκώναμε | σηκώνατε | σήκωναν / σηκώναν / σηκώνανε |
| Αόριστος | σήκωσα | σήκωσες | σήκωσε | σηκώσαμε | σηκώσατε | σήκωσαν / σηκώσαν / σηκώσανε |
| Μέλλοντας | θα σηκώνω / θα σηκώσω | θα σηκώνεις / θα σηκώσεις | θα σηκώνει / θα σηκώσει | θα σηκώνουμε / θα σηκώσουμε | θα σηκώνετε / θα σηκώσετε | θα σηκώνουν / θα σηκώνουνε / θα σηκώσουν / θα σηκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σηκώσει | έχεις σηκώσει | έχει σηκώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σηκώσει | είχες σηκώσει | είχε σηκώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σηκώσει / να σηκώνω / να σηκώσω | να έχεις σηκώσει / να σηκώνεις / να σηκώσεις | να έχει σηκώσει / να σηκώνει / να σηκώσει | να σηκώνουμε / να σηκώσουμε | να σηκώνετε / να σηκώσετε | να σηκώνουν / να σηκώνουνε / να σηκώσουν / να σηκώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε σηκωμένο / σήκωνε / σήκωσε | — | — | σηκώνετε / σηκώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σηκώθηκασηκώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →