Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σηκώνω

ρήμα
•
  1. μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω Βικιλεξικό
    • οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν.
    • Σήκωσε τους ώμους του αντί να απαντήσει και έφυγε.
    • Σήκωσε από κάτω τη μπάλα και την έριξε στο καλάθι.
    • Ο πρωταθλητής στην τελική του προσπάθεια σήκωσε 200 κιλά.
  2. φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι Βικιλεξικό
    • Τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται.
  3. κατ’ επέκτασηαντέχω, ανέχομαι Βικιλεξικό
    • Δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια.
    • Το τροφοδοτικό δε σήκωνε τους πρόσθετους σκληρούς δίσκους και ο υπολογιστής δε λειτουργούσε καλά.
  4. παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου Βικιλεξικό
    • Θα σηκώσω 500€ από το ATM.
  5. παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου Βικιλεξικό
    • Μπήκαν κλέφτες και μου σήκωσαν όλο το σπίτι.
  6. οικείοανεγείρω, χτίζω Βικιλεξικό
    • Αναρωτιέται κανείς ποιες διεργασίες ψυχής ώθησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού στο να σηκώσουν μια τέτοια μητρόπολη. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
  7. χωράω κι άλλο Βικιλεξικό
  8. μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σηκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σηκώνω < ελληνιστική κοινή σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο) συνηρημένος τύπος του σηκόω + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσηκώνωσηκώνειςσηκώνεισηκώνουμεσηκώνετεσηκώνουν / σηκώνουνε
Παρατατικόςσήκωνασήκωνεςσήκωνεσηκώναμεσηκώνατεσήκωναν / σηκώναν / σηκώνανε
Αόριστοςσήκωσασήκωσεςσήκωσεσηκώσαμεσηκώσατεσήκωσαν / σηκώσαν / σηκώσανε
Μέλλονταςθα σηκώνω / θα σηκώσωθα σηκώνεις / θα σηκώσειςθα σηκώνει / θα σηκώσειθα σηκώνουμε / θα σηκώσουμεθα σηκώνετε / θα σηκώσετεθα σηκώνουν / θα σηκώνουνε / θα σηκώσουν / θα σηκώσουνε
Παρακείμενοςέχω σηκώσειέχεις σηκώσειέχει σηκώσει———
Υπερσυντέλικοςείχα σηκώσειείχες σηκώσειείχε σηκώσει———
Υποτακτικήνα έχω σηκώσει / να σηκώνω / να σηκώσωνα έχεις σηκώσει / να σηκώνεις / να σηκώσειςνα έχει σηκώσει / να σηκώνει / να σηκώσεινα σηκώνουμε / να σηκώσουμενα σηκώνετε / να σηκώσετενα σηκώνουν / να σηκώνουνε / να σηκώσουν / να σηκώσουνε
Προστακτική—έχε σηκωμένο / σήκωνε / σήκωσε——σηκώνετε / σηκώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σηκώθηκασηκώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →