Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντισυφιλιδικός

/an.di.si.fi.li.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου συμβάλλει στην καταπολέμηση της σύφιλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντισυφιλιδικός < αντι- + συφιλιδικός, (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀντισυφιλιδικός < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική antisyphilitique < anti- + syphilitique → και δείτε τη λέξη σύφιλη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντισυφιλιδικόςαντισυφιλιδικήαντισυφιλιδικό
Γενικήαντισυφιλιδικούαντισυφιλιδικήςαντισυφιλιδικού
Αιτιατικήαντισυφιλιδικόαντισυφιλιδικήαντισυφιλιδικό
Κλητικήαντισυφιλιδικέαντισυφιλιδικήαντισυφιλιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντισυφιλιδικοίαντισυφιλιδικέςαντισυφιλιδικά
Γενικήαντισυφιλιδικώναντισυφιλιδικώναντισυφιλιδικών
Αιτιατικήαντισυφιλιδικούςαντισυφιλιδικέςαντισυφιλιδικά
Κλητικήαντισυφιλιδικοίαντισυφιλιδικέςαντισυφιλιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →