σύφιλη
•
- ιατρικήλοιμώδες αφροδίσιο νόσημα που προκαλείται από το μικρόβιο ωχρά σπειροχαίτη με εξάνθημα κατά τη δευτερογενή και τριτογενή περίοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύφιλη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συφιλίς, γενική: συφιλίδος ήδη το 1876, ή σύφιλις (γενική συφίλιδος) από το 1891 < νεολατινική syphilis, από τον τίτλο του επικού ποιήματος (1530) Siphilis sive de morbo gallico (Σύφιλη ή περί της γαλλικής αρρώστιας) του ιταλού γιατρού και ποιητή Τζιρόλαμο Φρακαστόρο (Girolamo Francastoro) με πρωταγωνιστή τον Syphilus < λατινικά Sipylus (Σίπυλος), μυθικός ήρωας, γιος της Νιόβης στις Μεταμορφώσεις του Βοκκάκιου.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύφιλη | σύφιλες |
| Γενική | σύφιλης | — |
| Αιτιατική | σύφιλη | σύφιλες |
| Κλητική | σύφιλη | σύφιλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →