Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιφλογιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατευνάζει τη φλόγα ή τον πυρετό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιφλογιστικός < αντι- + φλογιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιφλογιστικόςαντιφλογιστικήαντιφλογιστικό
Γενικήαντιφλογιστικούαντιφλογιστικήςαντιφλογιστικού
Αιτιατικήαντιφλογιστικόαντιφλογιστικήαντιφλογιστικό
Κλητικήαντιφλογιστικέαντιφλογιστικήαντιφλογιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιφλογιστικοίαντιφλογιστικέςαντιφλογιστικά
Γενικήαντιφλογιστικώναντιφλογιστικώναντιφλογιστικών
Αιτιατικήαντιφλογιστικούςαντιφλογιστικέςαντιφλογιστικά
Κλητικήαντιφλογιστικοίαντιφλογιστικέςαντιφλογιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →