φλόγα
•
- το ανώτερο τμήμα της φωτιάς, είναι αεριώδες και φωτεινό φαινόμενο, αποτέλεσμα της καύσης, αποκτά διάφορα σχήματα και μεγέθη, συχνά βοηθούντος του ανέμου Βικιλεξικό
- Η αφή της ολυμπιακής φλόγας γίνεται το Μάρτιο του έτους της Ολυμπιάδας στην αρχαία Ολυμπία.
- φυσικήτο ορατό ακτινοβόλο στοιχείο της φωτιάς που προκαλείται από ισχυρή εξωθερμική αντίδραση. Το ορατό αποτέλεσμα της καύσης. Βικιλεξικό
- όροι για είδη φλόγας στην ηλεκτροσυγκόλληση Βικιλεξικό
- φλόγα οξυγόνου-ασετυλίνης για εργασίες που απαιτούν θερμοκρασία άνω των 500 βαθμών
- η ανθρακωτική φλόγα, η ουδέτερη φλόγα, η οξειδωτική φλόγα
- μεταφορικάκάτι που έχει ιδιότητες της φλόγας και της φωτιάς, θερμό, ορμητικό, τα έντονα συναισθήματα ή οι παθιασμένες ενέργειες, έντονο κίνητρο Βικιλεξικό
- φλόγα μάθησης, μίσους, εκδίκησης, έρωτα, πάθους, ελευθερίας
- ※ Όποιος τη νύχτα σ’ εχτρικό στρατό μονάχος γλιστρά σα φλόγα ξαφνική, με λύσσα στους κοιμισμένους πέφτει Βικιλεξικό
- Goethe (Γκέτε), Iphigenie auf Tauris [Ιφιγένεια εν Ταύροις]. Μετάφραση (1916): Κώστας Χατζόπουλος
- Μια φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά, και μάγια μου 'χεις κάνει, Φραγκοσυριανή γλυκιά.
- φυτό με κόκκινα φύλλα (Ρhlox) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλόγα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φλόγα < αρχαία ελληνική φλόξ από την αιτιατική ενικού «τὴν φλόγα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλόγα | φλόγες |
| Γενική | φλόγας | φλογών |
| Αιτιατική | φλόγα | φλόγες |
| Κλητική | φλόγα | φλόγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →