Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιφωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκείαπου σχετίζεται με τα αντίφωνα ή ψάλλεται εναλλάξ από δύο ψάλτες ή χορούς ψαλτών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιφωνικός < αντίφωνο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιφωνικόςαντιφωνικήαντιφωνικό
Γενικήαντιφωνικούαντιφωνικήςαντιφωνικού
Αιτιατικήαντιφωνικόαντιφωνικήαντιφωνικό
Κλητικήαντιφωνικέαντιφωνικήαντιφωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιφωνικοίαντιφωνικέςαντιφωνικά
Γενικήαντιφωνικώναντιφωνικώναντιφωνικών
Αιτιατικήαντιφωνικούςαντιφωνικέςαντιφωνικά
Κλητικήαντιφωνικοίαντιφωνικέςαντιφωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →