αντιφωνικός
•
- θρησκείαπου σχετίζεται με τα αντίφωνα ή ψάλλεται εναλλάξ από δύο ψάλτες ή χορούς ψαλτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιφωνικός < αντίφωνο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιφωνικός | αντιφωνική | αντιφωνικό |
| Γενική | αντιφωνικού | αντιφωνικής | αντιφωνικού |
| Αιτιατική | αντιφωνικό | αντιφωνική | αντιφωνικό |
| Κλητική | αντιφωνικέ | αντιφωνική | αντιφωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιφωνικοί | αντιφωνικές | αντιφωνικά |
| Γενική | αντιφωνικών | αντιφωνικών | αντιφωνικών |
| Αιτιατική | αντιφωνικούς | αντιφωνικές | αντιφωνικά |
| Κλητική | αντιφωνικοί | αντιφωνικές | αντιφωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →