φωνή
•
- ο ήχος που παράγεται από τον αέρα που ξενικά από τους πνεύμονες, όταν πάλλει τις φωνητικές χορδές του λάρυγγα και μορφοποιείται από τα όργανα της στοματικής και ρινικής κοιλότητας (ανθρώπων και ζώων) Βικιλεξικό
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα.
- η ικανότητα / δυνατότητα παραγωγής ήχων, τόνων και γενικότερα φωνής Βικιλεξικό
- δυνατή / γλυκιά / βραχνή / ψιθυριστή / πνιγμένη / στεντόρεια φωνή
- τα δέντρα δεν έχουν φωνή
- Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- πληθυντικόςδυνατές ομιλίες, κραυγές, φασαρία, θόρυβος Βικιλεξικό
- οι φωνές τους ακούγονταν μέχρι το δρόμο
- μεταφορικάο ήχος ή σύνολο ήχων που βγάζουν τα άψυχα αντικείμενα Βικιλεξικό
- η φωνή του δάσους / της θάλασσας / του ανέμου
- συνεκδοχικάμια προσωπικότητα με κύρος Βικιλεξικό
- η φωνή του τάδε έχει μεγάλη απήχηση στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής
- μεταφορικάτο εσωτερικό συναίσθημα, η προαίσθηση που μας επιβάλλει / προτρέπει / αποτρέπει ένα τρόπο συμπεριφοράς Βικιλεξικό
- η φωνή της συνείδησης / του καθήκοντος / της καρδιάς / της φύσης / της λογικής
- μια γνώμη ή μια θέση που παίρνει δημοσιότητα Βικιλεξικό
- η φωνή διαμαρτυρίας / δυσαρέσκειας / αγανάκτησης / του λαού / της μειοψηφίας / της επαρχίας
- γραμματικήομάδα καταλήξεων και άλλων μορφολογικών χαρακτηριστικών των ρηματικών τύπων που δηλώνουν μία διάθεση - Οι κατηγοριοποιήσεις για τη φωνή και τη διάθεση συνήθως συμπίπτουν, αλλά όχι πάντοτε. Βικιλεξικό
- Στα ελληνικά, η φωνή σε -ομαι δηλώνει συνήθως πάθος (όπως «τραυματίζομαι»), μερικές φορές όμως, δηλώνει ενέργεια (όπως «εργάζομαι»).
- γλωσσολογίαάλλη ονομασία του φθόγγου Βικιλεξικό
- μουσικήκαθεμιά από τις μελωδίες που συνηχούν αρμονικά σε ένα μουσικό έργο Βικιλεξικό
- μουσικήη ικανότητα να τραγουδάει κάποιος Βικιλεξικό
- έχει φωνή ψάλτη
Ετυμολογία
φωνή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φωνή < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰoh₂neh₂ < *bʰeh₂- (μιλώ, φημί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνή | φωνές |
| Γενική | φωνής | φωνών |
| Αιτιατική | φωνή | φωνές |
| Κλητική | φωνή | φωνές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →