Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιχολερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου σχετίζεται με την καταπολέμηση ή την πρόληψη της χολέρας ή αποσκοπεί σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιχολερικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική anticholérique < ἀντι- + (ελληνιστική κοινή) < χολέρα < αρχαία ελληνική χολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰelh₃- (ανθίζω, πράσινος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιχολερικόςαντιχολερικήαντιχολερικό
Γενικήαντιχολερικούαντιχολερικήςαντιχολερικού
Αιτιατικήαντιχολερικόαντιχολερικήαντιχολερικό
Κλητικήαντιχολερικέαντιχολερικήαντιχολερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιχολερικοίαντιχολερικέςαντιχολερικά
Γενικήαντιχολερικώναντιχολερικώναντιχολερικών
Αιτιατικήαντιχολερικούςαντιχολερικέςαντιχολερικά
Κλητικήαντιχολερικοίαντιχολερικέςαντιχολερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →