χολέρα
•
- ιατρικήη λοιμώδης, επιδημική, συχνά θανατηφόρα ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από συνεχείς κενώσεις και εμετούς Βικιλεξικό
- Εἶχεν ἀκουσθῆ καὶ πάλιν χολέρα εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν συνήθιζε ν' ἀποστέλλη κατ' ἐκλογὴν τὸν ἰατρὸν τοῦτον εἰς τὴν διεύθυνσίν του ἐν Δήλῳ λοιμοκαθαρτηρίου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο Η, 1912)
Ετυμολογία
χολέρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χολέρα. Αναλύεται μορφολογικά σε χολ(ή) + -έρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χολέρα | χολέρες |
| Γενική | χολέρας | χολερών |
| Αιτιατική | χολέρα | χολέρες |
| Κλητική | χολέρα | χολέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →