αντλία
•
- εργαλείοη συσκευή ή όργανο που αντλεί ένα υγρό ή αέριο ή/και το κατευθύνει στην επιθυμητή οδό Βικιλεξικό
- Η αντλία κρεμοσάπουνου είναι αξεσουάρ λουτρού από το οποίο βγάζουμε υγροσάπουνο για να πλύνουμε τα χέρια μας στο νιπτήρα.
Ετυμολογία
αντλία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντλία, παράλληλος τύπος του άντλος (ύφαλα πλοίου, αμπάρι) με σφαλερό συσχετισμό με το αντλώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντλία | αντλίες |
| Γενική | αντλίας | αντλιών |
| Αιτιατική | αντλία | αντλίες |
| Κλητική | αντλία | αντλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →