αντράλα
•
- (δημοτική, ιδιωματικό, λογοτεχνικό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))) ζαλάδα, ίλιγγος, σκοτοδίνη Βικιλεξικό
- Έπαθε αντράλα και σωριάστηκε μες στη μέση του δρόμου.
- μεταφορικάπερισπασμός Βικιλεξικό
- έχει αντράλες και σκοτούρες
Ετυμολογία
αντράλα < αντραλίζω (αναδρομικός σχηματισμός) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντράλα | αντράλες |
| Γενική | αντράλας | — |
| Αιτιατική | αντράλα | αντράλες |
| Κλητική | αντράλα | αντράλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →