Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντραλίζω

ρήμα
•
  1. δημοτικήζαλίζω, ενοχλώ, σκοτίζω Βικιλεξικό
  2. δημοτικήζαλίζομαι, παθαίνω σκοτοδίνη Βικιλεξικό
    • «Του κάστρου της Ωριάς», δημοτικό ⌘ Νικόλαος Πολίτης, (1914) Ἐκλογαί ἀπό τά τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ., 73, στίχος 36 @anemi [μεταγραφή σε μονοτονικό]
    • — Είμαι από την πείνα κι' αντραλίζουμαι. Γελάστηκε μια κόρη, πάει, τον άνοιξε. Όσο ν' ανοίξη η πόρτα ακόμα, χίλιοι εμπήκανε.

Ετυμολογία

αντραλίζω < μεσαιωνική ελληνική ντραλίζω (δραλίζω) < ἐντραλίζω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) < τραλίζω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Άλλοι τύποι

αντραλίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →