αντρέ
•
- είσοδος, δωμάτιο εισόδου (σε κατοικία, διαμέρισμα κ.λπ.), χολ Βικιλεξικό
- είχε αφήσει τα χαρτιά για την έκδοση του ναυτικού φυλλαδίου στο μαρμαράκι του μπαγιού στο αντρέ, τα κοίταξε εκείνος καλά καλά και μάλλον θα ήθελε να τον αγκαλιάσει, ναυτικός ως το κόκαλο ο γέρος, έλα όμως που είχε φοβηθεί το γιο του από μια σταλιά παιδί. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
αντρέ < (άμεσο δάνειο) γαλλική entrée
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →