Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντωπός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςανφάς προς τον παρατηρητή Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςαντικριστός (ο ένας προς τον άλλο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντωπός < αρχαία ελληνική ἀντωπός < ἀντί + ὤψ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντωπόςαντωπή / αντωπόςαντωπο / αντωπό
Γενικήαντωπούαντωπήςαντωπού
Αιτιατικήαντωπόαντωπήαντωπό
Κλητικήαντωπέαντωπήαντωπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντωποίαντωπέςαντωπά
Γενικήαντωπώναντωπώναντωπών
Αιτιατικήαντωπούςαντωπέςαντωπά
Κλητικήαντωποίαντωπέςαντωπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →