αντωπός
•
- αρχαιοπρεπέςανφάς προς τον παρατηρητή Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςαντικριστός (ο ένας προς τον άλλο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντωπός < αρχαία ελληνική ἀντωπός < ἀντί + ὤψ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντωπός | αντωπή / αντωπός | αντωπο / αντωπό |
| Γενική | αντωπού | αντωπής | αντωπού |
| Αιτιατική | αντωπό | αντωπή | αντωπό |
| Κλητική | αντωπέ | αντωπή | αντωπό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντωποί | αντωπές | αντωπά |
| Γενική | αντωπών | αντωπών | αντωπών |
| Αιτιατική | αντωπούς | αντωπές | αντωπά |
| Κλητική | αντωποί | αντωπές | αντωπά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →