ανυδρίτης
•
- χημείαχημική ένωση που προκύπτει από άλλη (ή άλλες) με αφαίρεση μορίου νερού Βικιλεξικό
- ορυκτολογίατο ορυκτό «άνυδρος γύψος», «άνυδρο θειικό ασβέστιο» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανυδρίτης μαρτυρείται από το 1840 ως ἀνδρίτης (και ἀνυδρῖτις γύψος, θηλυκό) < :* για τη χημική ένωση: < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anhydride με αλλαγή της κατάληξης -ide (-ίδης) > -ίτης < αρχαία ελληνική ἄνυδρος < ἄν- στερητικό + ὕδωρ :* για την ορυκτολογία: < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anhydrite < γερμανική Anhydrid
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυδρίτης | ανυδρίτες |
| Γενική | ανυδρίτη | ανυδριτών |
| Αιτιατική | ανυδρίτη | ανυδρίτες |
| Κλητική | ανυδρίτη | ανυδρίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →