ύδωρ
•
- αρχαιοπρεπέςτο νερό, υγρό άχρωμο, άοσμο και άγευστο στη φυσική κατάσταση, που αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο (χημικός τύπος: H₂O) Βικιλεξικό
- Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)
Ετυμολογία
ύδωρ < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική ὕδωρ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική eau (π.χ. eau lourde > βαρύ ύδωρ). Παραβάλετετσακωνική ύο.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →