Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυμνολόγητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει υμνολογηθεί ή δεν είναι δυνατόν να υμνολογηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανυμνολόγητος < αν- (στερητικό α-) + υμνολογ(ώ) + -ητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυμνολόγητοςανυμνολόγητηανυμνολόγητο
Γενικήανυμνολόγητουανυμνολόγητηςανυμνολόγητου
Αιτιατικήανυμνολόγητοανυμνολόγητηανυμνολόγητο
Κλητικήανυμνολόγητεανυμνολόγητηανυμνολόγητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυμνολόγητοιανυμνολόγητεςανυμνολόγητα
Γενικήανυμνολόγητωνανυμνολόγητωνανυμνολόγητων
Αιτιατικήανυμνολόγητουςανυμνολόγητεςανυμνολόγητα
Κλητικήανυμνολόγητοιανυμνολόγητεςανυμνολόγητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →