ανυμνολόγητος
•
- που δεν έχει υμνολογηθεί ή δεν είναι δυνατόν να υμνολογηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανυμνολόγητος < αν- (στερητικό α-) + υμνολογ(ώ) + -ητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυμνολόγητος | ανυμνολόγητη | ανυμνολόγητο |
| Γενική | ανυμνολόγητου | ανυμνολόγητης | ανυμνολόγητου |
| Αιτιατική | ανυμνολόγητο | ανυμνολόγητη | ανυμνολόγητο |
| Κλητική | ανυμνολόγητε | ανυμνολόγητη | ανυμνολόγητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυμνολόγητοι | ανυμνολόγητες | ανυμνολόγητα |
| Γενική | ανυμνολόγητων | ανυμνολόγητων | ανυμνολόγητων |
| Αιτιατική | ανυμνολόγητους | ανυμνολόγητες | ανυμνολόγητα |
| Κλητική | ανυμνολόγητοι | ανυμνολόγητες | ανυμνολόγητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →