υμνολογημένος
•
- που έχει υμνολογηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υμνολογημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου υμνολογώ
Άλλοι τύποι
υμνολογημέναυμνολογημένευμνολογημένεςυμνολογημένηυμνολογημένηςυμνολογημένουμνολογημένοιυμνολογημένοςυμνολογημένουυμνολογημένουςυμνολογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →