Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υμνολογημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει υμνολογηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υμνολογημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου υμνολογώ

Άλλοι τύποι

υμνολογημέναυμνολογημένευμνολογημένεςυμνολογημένηυμνολογημένηςυμνολογημένουμνολογημένοιυμνολογημένοςυμνολογημένουυμνολογημένουςυμνολογημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →