ανυπαρξία
•
- η κατάσταση της μη ύπαρξης Βικιλεξικό
- η ανυπαρξία επιχειρημάτων
- η ανυπαρξία χρημάτων
- φιλοσοφίαη κατάσταση της μη ύπαρξης Βικιλεξικό
- Στης ζωής το ξάφνισμα όταν έμπαινα, (ω! η γαλήνη της ανυπαρξίας!)
Ετυμολογία
ανυπαρξία < ελληνιστική κοινή ἀνυπαρξία. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- (στερητικό α-) + ύπαρξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυπαρξία | ανυπαρξίες |
| Γενική | ανυπαρξίας | ανυπαρξιών |
| Αιτιατική | ανυπαρξία | ανυπαρξίες |
| Κλητική | ανυπαρξία | ανυπαρξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →