Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυπαρξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση της μη ύπαρξης Βικιλεξικό
    • η ανυπαρξία επιχειρημάτων
    • η ανυπαρξία χρημάτων
  2. φιλοσοφίαη κατάσταση της μη ύπαρξης Βικιλεξικό
    • Στης ζωής το ξάφνισμα όταν έμπαινα, (ω! η γαλήνη της ανυπαρξίας!)

Ετυμολογία

ανυπαρξία < ελληνιστική κοινή ἀνυπαρξία. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- (στερητικό α-) + ύπαρξη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανυπαρξίαανυπαρξίες
Γενικήανυπαρξίαςανυπαρξιών
Αιτιατικήανυπαρξίαανυπαρξίες
Κλητικήανυπαρξίαανυπαρξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →