ανύπαρκτος
•
- που δεν υπάρχει Βικιλεξικό
- Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- Η Νίκη έμενε κάπου πίσω από την παιδική χαρά της κεντρικής λεωφόρου, που εξακολουθεί να λέγεται Παναγή Τσαλδάρη, κι εγώ λίγο πιο πριν, πίσω από τον ανύπαρκτο σήμερα πια, θερινό κινηματογράφο Άστρα. (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή, εκδ. Ίκαρος, 2012)
Ετυμολογία
ανύπαρκτος < (ελληνιστική κοινή) < ἀν- + ὑπαρκτός < αρχαία ελληνική ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανύπαρκτος | ανύπαρκτη | ανύπαρκτο |
| Γενική | ανύπαρκτου | ανύπαρκτης | ανύπαρκτου |
| Αιτιατική | ανύπαρκτο | ανύπαρκτη | ανύπαρκτο |
| Κλητική | ανύπαρκτε | ανύπαρκτη | ανύπαρκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανύπαρκτοι | ανύπαρκτες | ανύπαρκτα |
| Γενική | ανύπαρκτων | ανύπαρκτων | ανύπαρκτων |
| Αιτιατική | ανύπαρκτους | ανύπαρκτες | ανύπαρκτα |
| Κλητική | ανύπαρκτοι | ανύπαρκτες | ανύπαρκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →